κλειστός

κλειστός
-ή, -ό (AM κλειστός, -ή, -όν Α ιων. τ. κληϊστός, παλ. αττ. τ. κληστός) [κλείω (I)]
1. κλεισμένος, κλειδωμένος, σφαλιστός (α. «κλειστά παράθυρα» β. «οὐ δῶμα γαίας κλειστόν», Ευρ.)
2. αυτός διά μέσου τού οποίου δεν επιτρέπεται η επικοινωνία (α. «τα σύνορα είναι ακόμη κλειστά» β. «κλεισταί διώρυγες», Στράβ.)
νεοελλ.
1. (για καταστήματα, γραφεία κ.λπ.) αυτός που αργεί, που δεν λειτουργεί («τα καταστήματα τροφίμων είναι κλειστά σήμερα»)
2. περιφραγμένος, περιορισμένος («κλειστός χώρος»)
3. (για χρώμα) σκούρος
4. μτφ. για πρόσ. μη εκδηλωτικός, εσωστρεφής («κλειστός τύπος»)
5. φρ. α) «με κλειστά μάτια» — με απόλυτη εμπιστοσύνη
β) (οικον.) «κλειστή οικονομία» — οικονομία χωρίς εξωτερικές ανταλλαγές, αυτάρκης και απομονωμένη από εξωτερικές επιδράσεις
γ) γλωσσ. «κλειστά φωνήεντα» — τα φωνήεντα που προφέρονται με ελάχιστο άνοιγμα τού στόματος, σε αντιδιαστολή με τα ανοιχτά και τα ημιανοιχτά
δ) γλωσσ. «κλειστά σύμφωνα» — τα σύμφωνα κατά την παραγωγή τών οποίων ένα ή περισσότερα μέρη τής στοματικής κοιλότητας δημιουργούν φραγμό που εμποδίζει προς στιγμή τη ροή τού ρεύματος τού εκπνεόμενου αέρα προς την έξοδο τής κοιλότητας, αλλ. έκτροτα ή στιγμιαία, σε αντιδιαστολή με τα διαρκή
ε) (νομ.) «κλειστό επάγγελμα» — επάγγελμα για το οποίο υπάρχουν περιορισμοί στην είσοδο νέων μελών
στ) «κλειστό φόρεμα» — όχι έξωμο
6. το ουδ. ως ουσ. το κλειστό
το γιλέκο.
επίρρ...
κλειστά
κλειδωμένα, κλεισμένα, σφαλιστά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • κλεϊστός — κλεϊστός, ή, όν (Α) [κλεΐζω] φημισμένος, ξακουστός, ένδοξος …   Dictionary of Greek

  • κλειστός — that can be shut masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλειστός, -ή — ό επίρρ. ά 1. κλεισμένος: Η πόρτα είναι κλειστή. 2. αυτός που δεν εργάζεται ή δε λειτουργεί: Τα μαγαζιά είναι κλειστά σήμερα. 3. «με κλειστά τα μάτια», με απόλυτη εμπιστοσύνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κληιστά — κλειστός that can be shut neut nom/voc/acc pl (attic) κληιστά̱ , κλειστός that can be shut fem nom/voc/acc dual (attic) κληιστά̱ , κλειστός that can be shut fem nom/voc sg (attic doric aeolic) κληϊστά , κλειστός that can be shut neut nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλῃστόν — κλειστός that can be shut masc acc sg (attic) κλειστός that can be shut neut nom/voc/acc sg (attic) κληϊστόν , κλειστός that can be shut masc acc sg (epic ionic) κληϊστόν , κλειστός that can be shut neut nom/voc/acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλειστά — κλειστός that can be shut neut nom/voc/acc pl κλειστά̱ , κλειστός that can be shut fem nom/voc/acc dual κλειστά̱ , κλειστός that can be shut fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλειστῶν — κλειστός that can be shut fem gen pl κλειστός that can be shut masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλειστόν — κλειστός that can be shut masc acc sg κλειστός that can be shut neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληισταί — κλειστός that can be shut fem nom/voc pl (attic) κληϊσταί , κλειστός that can be shut fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληιστήν — κλειστός that can be shut fem acc sg (attic epic ionic) κληϊστήν , κλειστός that can be shut fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”